ἐφάπτωρ

ἐφάπτ-ωρ, ορος, , also ,
A laying hold of, seizing,

ῥυσίων A.Supp.728

.
II one who strokes or caresses, ib.312, 535 (lyr.) (with ref. to the name Ἔπαφος).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εφάπτωρ — ἐφάπτωρ, ὁ, ἡ (Α) [εφάπτομαι] 1. αυτός που πιάνει, που αγγίζει κάτι («ἄγειν θέλοντες ῥυσίων ἐφάπτορες», Αισχύλ.) 2. αυτός που κτυπά ή χαϊδεύει («γενοῡ πολυμνᾱστορ ἔφαπτορ Ἰοῡς», Αισχύλ.) …   Dictionary of Greek

  • ἐφάπτωρ — laying hold of masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφάπτορες — ἐφάπτωρ laying hold of masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔφαπτορ — ἐφάπτωρ laying hold of masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.